FAQs About the word pares

Ζευγάρια

to diminish or reduce by or as if by paring, to trim off an outside, excess, or irregular part of, to reduce as if by paring, to trim off the outside or the end

κλιπ,Κοψίματα,ξυρίζει,στολίδια,Μπόμπ,Καλλιέργειες,περικοπές,αποβάθρες,κόβω (off),κουρεύει

επεκτείνει,επιμηκύνει,επιμηκύνει

parenting => γονεϊκή μέριμνα, parentages => καταγωγές, pardons => συγχώρεση, parchments => περγαμηνή, parches => Επιθέματα,