Greek Meaning of ment
έξυπνος
Other Greek words related to έξυπνος
No Synonyms and anytonyms found
Nearest Words of ment
- mentagra => Μένταγκρα
- mental => ψυχικός
- mental ability => Πνευματική ικανότητα
- mental abnormality => ψυχική ανωμαλία
- mental age => νοητική ηλικία
- mental anguish => ψυχική αγωνία
- mental attitude => στάση
- mental balance => Ψυχική ισορροπία
- mental block => νοητικό μπλοκ
- mental capacity => πνευματική ικανότητα
Definitions and Meaning of ment in English
ment (p. p.)
of Menge
ment ()
p. p. of Menge.
FAQs About the word ment
έξυπνος
of Menge, p. p. of Menge.
No synonyms found.
No antonyms found.
mensuration => Μέτρηση, mensurate => ανάλογος, mensural => εμμηνορροϊκός, mensurableness => μετρησιμότητα, mensurable => μετρήσιμο,