Greek Meaning of master of divinity
Master of Divinity
Other Greek words related to Master of Divinity
No Synonyms and anytonyms found
Nearest Words of master of divinity
- master of ceremonies => Τελετάρχης
- master of arts in teaching => Μεταπτυχιακός τίτλος σπουδών στη διδασκαλία
- master of arts in library science => Μεταπτυχιακό στις Επιστήμες της Βιβλιοθηκονομίας
- master of arts => Μεταπτυχιακό δίπλωμα στις τέχνες
- master of architecture => Μεταπτυχιακό στην Αρχιτεκτονική
- master key => κύριο κλειδί
- master in public affairs => Μεταπτυχιακό στη Δημόσια Διοίκηση
- master in business administration => Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Επιχειρησιακής Διοίκησης (MBA)
- master in business => Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Επιχειρησιακής Διοίκησης (MBA)
- master file => Κύριο αρχείο
- master of education => μεταπτυχιακό δίπλωμα στην εκπαίδευση
- master of fine arts => μεταπτυχιακό δίπλωμα εικαστικών τεχνών
- master of laws => Μεταπτυχιακό δίπλωμα νομικής
- master of library science => Μεταπτυχιακό στις Επιστήμες Βιβλιοθηκονομίας και Ενημέρωσης
- master of literature => Μάγιστρος Λογοτεχνίας
- master of science => Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Ειδίκευσης (ΜΔΕ)
- master of science in engineering => Mάστερ Επιστημών Μηχανικού
- master of theology => Μάστερ Θεολογίας
- master plan => γενικό σχέδιο
- master race => ανώτερη φυλή
Definitions and Meaning of master of divinity in English
master of divinity (n)
a master's degree in religion
FAQs About the word master of divinity
Master of Divinity
a master's degree in religion
No synonyms found.
No antonyms found.
master of ceremonies => Τελετάρχης, master of arts in teaching => Μεταπτυχιακός τίτλος σπουδών στη διδασκαλία, master of arts in library science => Μεταπτυχιακό στις Επιστήμες της Βιβλιοθηκονομίας, master of arts => Μεταπτυχιακό δίπλωμα στις τέχνες, master of architecture => Μεταπτυχιακό στην Αρχιτεκτονική,