Greek Meaning of limbo
λίμπο
Other Greek words related to λίμπο
Nearest Words of limbo
- limbmeal => άκρο
- limbless => ακρωτηριασμένος
- limbic system => το λιμβικό σύστημα
- limbic brain => Λιµβικό σύστημα
- limbic => λιμβικός
- limb-girdle muscular dystrophy => Μυϊκή δυστροφία των άκρων και της ωμικής ζώνης
- limbers => διατάσεις
- limberness => ευλυγισία
- limbering => διατάσεις
- limbered => εύκαμπτος
Definitions and Meaning of limbo in English
limbo (n)
the state of being disregarded or forgotten
an imaginary place for lost or neglected things
(theology) in Roman Catholicism, the place of unbaptized but innocent or righteous souls (such as infants and virtuous individuals)
limbo (n.)
Alt. of Limbus
FAQs About the word limbo
λίμπο
the state of being disregarded or forgotten, an imaginary place for lost or neglected things, (theology) in Roman Catholicism, the place of unbaptized but innoc
κόλαση,κατήγορο,Άβυσσος,κάτω κόσμος,λάκκος,κάτω κόσμος,Γέεννα,Άδης,κόλαση,Χάος
μακαριότητα,Ηλύσια Πεδία,εμπειρικός,ουρανός,βασίλειο των ουρανών,Νέα Ιερουσαλήμ,παράδεισος,Σιών,ουρανός,Σιών
limbmeal => άκρο, limbless => ακρωτηριασμένος, limbic system => το λιμβικό σύστημα, limbic brain => Λιµβικό σύστημα, limbic => λιμβικός,