Greek Meaning of groundwater level
στάθμη υδροφόρου ορίζοντα
Other Greek words related to στάθμη υδροφόρου ορίζοντα
No Synonyms and anytonyms found
Nearest Words of groundwater level
- groundwork => Προκαταρκτική εργασία
- group => ομάδα
- group a => ομίλου α
- group ab => Ομάδα αίματος AB
- group action => ομαδική δράση
- group amentiferae => Ομάδα amentiferae
- group b => ομάδα β
- group captain => Συνταγματάρχης
- group centrospermae => φυτά κεντρομήνια (ομάδα των)
- group discussion => Ομαδική συζήτηση
Definitions and Meaning of groundwater level in English
groundwater level (n)
underground surface below which the ground is wholly saturated with water
FAQs About the word groundwater level
στάθμη υδροφόρου ορίζοντα
underground surface below which the ground is wholly saturated with water
No synonyms found.
No antonyms found.
groundspeed => Ταχύτητα εδάφους, groundsman => γηπεδούχος, groundskeeper => επιστάτης, groundsill => Κατώφλι, groundsheet => Τέντα εδάφους,