Greek Meaning of gotten

αποκτηθεί

Other Greek words related to αποκτηθεί

Definitions and Meaning of gotten in English

Webster

gotten ()

of Get

p. p. of Get.

FAQs About the word gotten

αποκτηθεί

of Get, p. p. of Get.

μαθαίνω,κύριος,ανακαλύπτω,Αποκτώ γνώση,ακούω,γνωρίζω,παραλαμβάνω,βλέπω,καταλαβαίνω,απορροφώ

ξεχάσω,νοσταλγώ,παραβλέπω,ξεμάθω,αδιαφορία,παρεξήγηση,αμέλεια

go-to-meeting => πηγαίνω σε συνάντηση, gothite => γαιοθειΐτης, gothicizing => γοτθοποιητικός, gothicized => Γοτθοποιημένος, gothicism => γοτθικός,