FAQs About the word field chamomile

χαμομήλι

European white-flowered weed naturalized in North America

No synonyms found.

No antonyms found.

field capacity => Ωφέλιμη υδατοχωρητικότητα εδάφους, field brome => Αιγοβρόμη η αρουραία, field bindweed => Λειμωνόχορτο, field bean => Βάρος, field balm => Βάλσαμο πεδίου,