Greek Meaning of demons
δαίμονες
Other Greek words related to δαίμονες
- πνεύματα
- διάβολοι
- φαντάσματα
- γιούργια
- δαιμóνια
- εφιάλτες
- βαμπίρ
- νεράιδες
- τζίνι
- Φαντάσματα
- banshees
- Κακοδαίμονες
- δαίμονες
- φαντάσματα
- γκόμπλιν
- μάγισσες
- τζίν
- τέρατα
- σκιές
- φαντάσματα
- τα troll
- οράματα
- φαντάσματα
- μπόγκις
- μπόγκι
- τζιν
- τζίνι
- νάνοι
- ξωτικά
- ιδιοφυΐες
- Ίνκουμπους
- Ίνκουμπους
- τζίνι
- νεράιδες
- Σκιές
- σπράιτ
- αφρίτ
- Μπράουνις
- φόβητρα
- νάνοι
- Νεράιδες
- Γνωστοί δαίμονες
- φίλοι
- φαντάσματα
- νεράιδες
- Τζίνι
- σκαντζόχοιροι
- γκρέμλινς
- χόμπγκομπλιν
- κόμπολντ
- λᾶνες
- λάμια
- σκαντζόχοιροι
- όγκροι
- Φαντάσματα
- φαντάσματα
- poltergeist
- πούκ
- διάβολοι
- φαντάσματα
- Φαντάσματα
Nearest Words of demons
- demonical => δαιμονικός
- demonetizing => Απονομισματοποίηση.
- demonetized => καταργημένο νομίσματος
- demolitions => κατεδαφίσεις
- demolishments => κατεδαφίσεις
- demolishes => Καταστρέφει
- demoiselles => δεσποινίδες
- demoded => παλιομοδίτικος
- democratizing => Δημοκρατικοποίηση
- democratized => εκδημοκρατισμένη
- demonstrates => δείχνει
- demonstrating => επιδεικνύοντας
- demonstrations => διαδηλώσεις
- demoralizes => αποθαρρύνει
- demounted => αποσυναρμολογημένο
- demounting => αποσυναρμολόγηση
- demur (to) => διστάζω (για κάτι)
- demurrals => χρεώσεις καθυστέρησης
- demurred (to) => διαφώνησε (για)
- demurrers => διαμαρτυρίες
Definitions and Meaning of demons in English
demons
an evil spirit, a software program or process that runs in the background, a source or agent of evil, harm, distress, or ruin, one that has exceptional enthusiasm, drive, or effectiveness, one that has a lot of energy, a supernatural being whose nature is intermediate between that of a god and that of a human being, an attendant (see attendant entry 2 sense 1) power or spirit, an accompanying power or spirit, demigod sense 1
FAQs About the word demons
δαίμονες
an evil spirit, a software program or process that runs in the background, a source or agent of evil, harm, distress, or ruin, one that has exceptional enthusia
πνεύματα,διάβολοι,φαντάσματα,γιούργια,δαιμóνια,εφιάλτες,βαμπίρ,νεράιδες,τζίνι,Φαντάσματα
άγγελοι
demonical => δαιμονικός, demonetizing => Απονομισματοποίηση., demonetized => καταργημένο νομίσματος, demolitions => κατεδαφίσεις, demolishments => κατεδαφίσεις,