FAQs About the word crypt

κρύπτη

a cellar or vault or underground burial chamber (especially beneath a church)

μαυσωλείο,τάφος,θησαυρός,κατακόμβες,τάφος,τάφος,τάφος

No antonyms found.

cryosurgery => Κρυοχειρουργική, cryostat => κρυοστάτης, cryoscope => κρυοσκόπιο, cryophobia => κρυοφοβία, cryopathy => κρυοθεραπεία,