Greek Meaning of counterwoman
υπάλληλος
Other Greek words related to υπάλληλος
No Synonyms and anytonyms found
Nearest Words of counterwoman
- counterweight => αντίβαρο
- countervailing duty => αντιστάθμισμα δασμός
- countervail => εξισορροπώ
- countertransference => Αντιμεταβίβαση
- countertop => πάγκος
- counterterrorist center => αντιτρομοκρατικό κέντρο
- counterterrorist => κατά της τρομοκρατίας
- counterterrorism => αντιτρομοκρατία
- counterterror => αντιτρομοκρατία
- countertenor => κόντρα τενόρος
Definitions and Meaning of counterwoman in English
counterwoman (n)
someone who attends a counter (as in a diner)
FAQs About the word counterwoman
υπάλληλος
someone who attends a counter (as in a diner)
No synonyms found.
No antonyms found.
counterweight => αντίβαρο, countervailing duty => αντιστάθμισμα δασμός, countervail => εξισορροπώ, countertransference => Αντιμεταβίβαση, countertop => πάγκος,