Greek Meaning of charge account
λογαριασμός χρέωσης
Other Greek words related to λογαριασμός χρέωσης
Nearest Words of charge account
- charge account credit => Πιστωτικός λογαριασμός
- charge card => Πιστωτική κάρτα
- charge d'affaires => επιτετραμμένος
- charge of quarters => Επιμελητής τμήματος
- charge per unit => χρέωση ανά μονάδα
- charge plate => Πλάκα χρέωσης
- charge sheet => κατηγορητήριο
- charge unit => μονάδα φόρτισης
- charge up => φορτίζω
- chargeable => χρεώσιμος
Definitions and Meaning of charge account in English
charge account (n)
credit extended by a business to a customer
FAQs About the word charge account
λογαριασμός χρέωσης
credit extended by a business to a customer
πιστωτική γραμμή,Σχέδιο δόσεων,πίστωση,αγορά με δόσεις,εμπιστοσύνη
No antonyms found.
charge => χρέωση, chare => δρόμος, chardonnay grape => σταφύλι chardonnay, chardonnay => Σαρντονέ, chard plant => Σέσκουλα,