Greek Meaning of burro
Γαϊδούρι
Other Greek words related to Γαϊδούρι
Nearest Words of burro
- burrlike => τραχύς
- burrito => μπουρίτο
- burring machine => Εργαλειομηχανή διάτρησης
- burring => αποκοπή
- burrill bernard crohn => Μπουρίλ Μπέρναρντ Κρον
- burrhus frederic skinner => Μπέρες Φρέντερικ Σκίνερ (Burrhus Frederic Skinner)
- burrhel => Μπλε πρόβατο
- burr-headed => φαλακρός
- burrfish => Σαξοπούλα
- burrel shot => τυφεκιά από την κάννη
Definitions and Meaning of burro in English
burro (n)
small donkey used as a pack animal
burro (n.)
A donkey.
FAQs About the word burro
Γαϊδούρι
small donkey used as a pack animalA donkey.
γάιδαρος,μουλάρι,γάιδαρος,Γάιδαρος,μουλάρι,γρύλος,τζένετ,Τζένι,Θεωρητικό ζώο
No antonyms found.
burrlike => τραχύς, burrito => μπουρίτο, burring machine => Εργαλειομηχανή διάτρησης, burring => αποκοπή, burrill bernard crohn => Μπουρίλ Μπέρναρντ Κρον,