Greek Meaning of binal
κτίριο
Other Greek words related to κτίριο
No Synonyms and anytonyms found
Nearest Words of binal
- binarseniate => Δις αρσενικό
- binary => δυαδικός, διμερής
- binary arithmetic operation => Δυαδική αριθμητική πράξη
- binary code => Δυαδικός κώδικας
- binary compound => Δυαδική ένωση
- binary digit => Δυαδικό ψηφίο
- binary file => Δυαδικό αρχείο
- binary notation => Δυαδική αναπαράσταση
- binary numeration system => Δυαδικό σύστημα αρίθμησης
- binary operation => Δυαδική πράξη
Definitions and Meaning of binal in English
binal (a.)
Twofold; double.
FAQs About the word binal
κτίριο
Twofold; double.
No synonyms found.
No antonyms found.
bin liner => Σακούλα σκουπιδιών, bin laden => Μπιν Λάντεν, bin- => βενζ-, bin => σκουπιδοτενεκές, bimuscular => δικέφαλος,