Greek Meaning of antifeminist

αντιφεμινιστής

Other Greek words related to αντιφεμινιστής

Definitions and Meaning of antifeminist in English

Wordnet

antifeminist (n)

someone who does not believe in the social or economic or political equality of men and women

FAQs About the word antifeminist

αντιφεμινιστής

someone who does not believe in the social or economic or political equality of men and women

φανατικός,σοβινιστής,ανδρόστυγη,σεξιστής,κριτικός,Κυνικός,μισάνθρωπος,επικριτής,αρνητής,απαισιόδοξος

Φεμινίστρια,ισότιμος,Ιδεαλιστής,αισιόδοξος,θετικιστής

antifeminism => Αντιφεμινισμός, anti-federalist => Αντιφεδεραλιστής, antifebrine => αντιπυρετικό, antifebrile => αντιπυρετικό, antiestablishmentism => Αντιεξουσιασμός,