Greek Meaning of smarm

χαριτωμένος

Other Greek words related to χαριτωμένος

Definitions and Meaning of smarm in English

Wordnet

smarm (n)

excessive but superficial compliments given with affected charm

FAQs About the word smarm

χαριτωμένος

excessive but superficial compliments given with affected charm

Κολακεία,κολακεία,Κολακία,Έπαινος,Κολακεία,κολακεύω,εκδήλωση θαυμασμού,λατρεία,χειροκροτήματα,πρόσχαροι

υποτίμηση,αποσβέσεις,συκοφαντία,απαξίωση,συκοφαντίες,βάλω κάτω

smaragdite => σμαράγδι, smaragdine => σμαραγδένιος, smaragd => σμαράγδι, smaltite => Σμαλτίτης, smaltine => σμάλτινη,