Greek Meaning of retrovaccination
Αναδρομική νέα εφαρμογή εμβολιασμού, Επανεμβολιασμός, Επανέμβολιαση
Other Greek words related to Αναδρομική νέα εφαρμογή εμβολιασμού, Επανεμβολιασμός, Επανέμβολιαση
No Synonyms and anytonyms found
Nearest Words of retrovaccination
Definitions and Meaning of retrovaccination in English
retrovaccination (n.)
The inoculation of a cow with human vaccine virus.
FAQs About the word retrovaccination
Αναδρομική νέα εφαρμογή εμβολιασμού, Επανεμβολιασμός, Επανέμβολιαση
The inoculation of a cow with human vaccine virus.
No synonyms found.
No antonyms found.
retrousse => Ανασηκωμένος, retrospectively => αναδρομικά, retrospective => αναδρομική, retrospection => αναδρομή, retrospect => αναδρομικός,