Greek Meaning of overcapitalization
Υπερκεφαλαιοποίηση
Other Greek words related to Υπερκεφαλαιοποίηση
No Synonyms and anytonyms found
Nearest Words of overcapitalization
- overcapitalise => υπερκεφαλαιοποίηση
- overcapitalisation => Υπερκεφαλαιοποίηση
- overcapable => υπερβολικά ικανός
- overcanopy => Πάνω από την κόμη των δέντρων
- overcame => υπερνικώ
- overcall => υπερεκτίμηση
- overbuy => υπεραγοράζω
- over-busy => υπερβολικά απασχολημένος
- overbusy => Υπερβολικά απασχολημένος
- overburn => υπερχείλιση
- overcapitalize => υπερκεφαλαιοποίηση
- overcare => υπερβολική φροντίδα
- overcareful => Υπερβολικά προσεκτικός
- overcarking => overclocking
- overcarry => μετακυλίω
- overcast => συννεφιασμένος
- overcasting => συννεφιασμένος
- overcatch => Υπεραλίευση
- overcautious => υπερβολικά προσεκτικός
- overchange => υπόλοιπο
Definitions and Meaning of overcapitalization in English
overcapitalization (n)
(business) too much capitalization (the sale of more stock than the business warrants)
FAQs About the word overcapitalization
Υπερκεφαλαιοποίηση
(business) too much capitalization (the sale of more stock than the business warrants)
No synonyms found.
No antonyms found.
overcapitalise => υπερκεφαλαιοποίηση, overcapitalisation => Υπερκεφαλαιοποίηση, overcapable => υπερβολικά ικανός, overcanopy => Πάνω από την κόμη των δέντρων, overcame => υπερνικώ,