FAQs About the word namer

ονοματοδότης

a person who gives a name or namesOne who names, or calls by name.

Ψηφοφόρος,εργάτης αποθήκης,επιλογέας,ψηφοφόρος,ψηφοφόρος,Υποψηφίζων

No antonyms found.

nameplate => Πινακίδα ονόματος, namely => δηλαδή, namelessness => Ανωνυμία, namelessly => ανώνυμα, nameless => ανώνυμος,