FAQs About the word logos

Λογότυπο (Logotipo)

the divine word of God; the second person in the Trinity (incarnate in Jesus)A word; reason; speech., The divine Word; Christ.

εμβλήματα,χαρακτηριστικά,Σύμβολα,εμπορικά σήματα,Σημαίες,παράσημο,παράσημα,τοτέμ,χαρακτηριστικά,σήματα

No antonyms found.

logorrhea => λογόρροια, logometric => λογαριθμικός, logomania => Λογομανία, logomachy => λογομαχία, logomachist => λογομάχος,