Greek Meaning of feat
κατόρθωμα
Other Greek words related to κατόρθωμα
Nearest Words of feat
- feasting => γιορτή
- feastful => γιορτινό
- feaster => συνδαιτυμόνας
- feasted => γιόρτασε
- feast one's eyes => χορταίνω το μάτι μου
- feast of weeks => Εορτή των εβδομάδων
- feast of the unleavened bread => Εορτή των Αζύμων
- feast of the dedication => εορτή των εγκαινίων
- feast of the circumcision => εορτή της Περιτομής
- feast of tabernacles => Γιορτή των Σκηνών
- feat-bodied => Με στιβαρό κορμί
- feateous => ωραίο
- feather => Φτερό
- feather ball => φτερό
- feather bed => Πούπουλα
- feather boa => Μπόα από φτερά
- feather geranium => Πελαργόνιο με πτεροειδή φύλλα
- feather one's nest => Φτιάχνω τη φωλιά μου
- feather palm => Φοινικιάδα πτεροειδής
- feather reed grass => Καλάμι
Definitions and Meaning of feat in English
feat (n)
a notable achievement
feat (n.)
An act; a deed; an exploit.
A striking act of strength, skill, or cunning; a trick; as, feats of horsemanship, or of dexterity.
Dexterous in movements or service; skillful; neat; nice; pretty.
feat (v. t.)
To form; to fashion.
FAQs About the word feat
κατόρθωμα
a notable achievementAn act; a deed; an exploit., A striking act of strength, skill, or cunning; a trick; as, feats of horsemanship, or of dexterity., To form;
επίτευγμα,επίτευγμα,πράξη,απόδοση,ακροβατικό,πραξικόπημα,εκμεταλλεύομαι,αριθμός,επιτυχία,τουρνέ ντε φόρς
No antonyms found.
feasting => γιορτή, feastful => γιορτινό, feaster => συνδαιτυμόνας, feasted => γιόρτασε, feast one's eyes => χορταίνω το μάτι μου,