Greek Meaning of bywork
επιπλέον απασχόληση
Other Greek words related to επιπλέον απασχόληση
No Synonyms and anytonyms found
Nearest Words of bywork
- byzant => βυζαντινός
- byzantian => βυζαντινός
- byzantine => βυζαντινός
- byzantine architecture => Βυζαντινή αρχιτεκτονική
- byzantine church => Βυζαντινή εκκλησία
- byzantine empire => Βυζαντινή Αυτοκρατορία
- byzantine greek => βυζαντινή ελληνική γλώσσα
- byzantinism => Βυζαντινισμός
- byzantium => Βυζάντιο
- c and w => C και W
Definitions and Meaning of bywork in English
bywork (n.)
Work aside from regular work; subordinate or secondary business.
FAQs About the word bywork
επιπλέον απασχόληση
Work aside from regular work; subordinate or secondary business.
No synonyms found.
No antonyms found.
byword => συνώνυμο, by-wipe => Πλαϊνή σάρωση, byway => παράδρομος, by-wash => Πλύσιμο από πλάγια, by-walk => περπατώντας,