Greek Meaning of abdominal breathing
Κοιλιακή αναπνοή
Other Greek words related to Κοιλιακή αναπνοή
No Synonyms and anytonyms found
Nearest Words of abdominal breathing
- abdominal aortic aneurysm => Κοιλιακό αορτικό ανεύρυσμα
- abdominal aorta => Κοιλιακή αορτή
- abdominal actinomycosis => Κοιλιακή ακτινομυκητίαση
- abdominal => κοιλιακός
- abdomen => κοιλιά
- abditory => αποθήκη
- abditive => απόκρυφος
- abdicator => παραιτούμενος
- abdicative => παραιτητικός
- abdication => παραίτηση
- abdominal cavity => Κοιλιακή κοιλότητα
- abdominal delivery => Καισαρική τομή
- abdominal external oblique muscle => Έξω κοιλιακός λοξός μυς
- abdominal muscle => Κοιλιακός μυς
- abdominal nerve plexus => Σπλαγχνικό πλέγμα
- abdominal pregnancy => Εξωμήτρια κύηση
- abdominal wall => Κοιλιακό τοίχωμα
- abdominales => Κοιλιακοί
- abdominalia => κοιλιακή
- abdominals => Κοιλιακοί
Definitions and Meaning of abdominal breathing in English
abdominal breathing (n)
breathing in which most of the respiratory effort is done by the abdominal muscles
FAQs About the word abdominal breathing
Κοιλιακή αναπνοή
breathing in which most of the respiratory effort is done by the abdominal muscles
No synonyms found.
No antonyms found.
abdominal aortic aneurysm => Κοιλιακό αορτικό ανεύρυσμα, abdominal aorta => Κοιλιακή αορτή, abdominal actinomycosis => Κοιλιακή ακτινομυκητίαση, abdominal => κοιλιακός, abdomen => κοιλιά,